Τζορντανέλλι: Η ζωή μου κινδύνευσε σοβαρά δύο φορές

0
171
ΤΑ ΒΑΘΗ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ

Ο Λάκης Τζορντανέλλι αποκαλύπτει στην «Espresso» πώς κατάφερε να κατακτήσει τη δόξα και την ευτυχία
❱❱Το μουσικό ξεκίνημά του στην Κωνσταντινούπολη και τα «μαγειρέματα» στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης 

Από τον
ΑΛΚΙΝΟΟ ΜΠΟΥΝΙΑ

Πρόκειται για μία από τις πλέον εμβληματικές μορφές της μουσικής και ίνδαλμα της νεολαίας των δεκαετιών ’60 και ’70 στην Ελλάδα.

Ο Λάκης Τζορντανέλλι, ένας άνθρωπος ευγενής που ζει στο σήμερα, ξετυλίγει στην «Espresso» το νήμα μιας ζωής γεμάτης μουσική, επιτυχίες, δόξα αλλά και οικογενειακή ευτυχία!

Πού γεννήθηκες;
Στην Κωνσταντινούπολη, το 1948. Τα καλοκαίρια τα περνάγαμε στα Πριγκιποννήσια, όπου είχαμε εξοχικό. Πήγα σχολείο στο Ζωγράφειο. Η ζωή μου στην Πόλη ήταν συγκλονιστική, γιατί έζησα πολλές περιπέτειες με τους Τούρκους. Το 1955, που ήμουν πιτσιρικάς, έζησα όλη αυτή την κατάσταση με τους βανδαλισμούς των Τούρκων, οι οποίοι έσπαζαν τα μαγαζιά και τις εκκλησίες μας. Οπου έβλεπαν ελληνική ταμπέλα τα έκαναν λίμπα. Πολύ άσχημες εικόνες, που έχουν μείνει στο μυαλό μου μέχρι σήμερα.

Εσείς κινδυνέψατε;
Ναι. Είχαν έρθει καμιά σαρανταριά Τούρκοι και βαρούσαν τη σιδερένια εξώπορτα του σπιτιού μας, για να μπουν μέσα, αλλά μας έσωσε μια Τουρκάλα γειτόνισσα, η οποία τους είπε: «Μη χτυπάτε εκεί, δεν μένουν Ελληνες».

Ως Κωνσταντινουπολίτης πώς αισθάνεσαι, όταν ακούς ότι στις μέρες μας στην Αγία Σοφία οι Τούρκοι διαβάζουν το Κοράνι;
Εχω κακιώσει!

Πότε ξεκίνησες να ασχολείσαι με το τραγούδι;
Ξεκίνησα από τα 7 μου να παίζω ακορντεόν με παρότρυνση του πατέρα μου και ήμουν η ατραξιόν στις παρέες των γονιών μου. Στα 14 μου άρχισα να τραγουδάω με ένα συγκρότημα που είχαμε φτιάξει. Παίζαμε σε διάφορες εκδηλώσεις των Ελλήνων αλλά και σε ένα από τα καλύτερα μαγαζιά της Πόλης, το Club X, που το είχε ένας Ελληνας εφοπλιστής. Εκείνη την εποχή σε αυτό το κλαμπ έκαναν guest εμφανίσεις μεγάλα ονόματα του ξένου τραγουδιού, όπως ο Ανταμό, ο Πεπίνο ντι Κάπρι, ο Λιτλ Τόνι, η Φρανσουάζ Αρντί, ο Τζόνι Χάλιντεϊ με τη Σιλβί Βαρτάν, η Πετούλα Κλαρκ, οι Λος Ματσουκάμπος… Με όλους συνεργάστηκα, αφού βγαίναμε πρώτα εμείς ανοίγοντας το πρόγραμμά τους.

Τότε απέκτησες το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Λάκης Τζορντανέλλι;
Ναι, το κανονικό μου όνομα είναι Μανόλης Ιορδανόπουλος. Με βάφτισε Τζορντανέλλι ένας φίλος μου, ο Νίκος Ιωαννίδης, επειδή τραγουδούσα πολλά ιταλικά τραγούδια.

Πότε έφυγες από την Κωνσταντινούπολη;
Το 1967, στα 18 μου, αν και στην Κωνσταντινούπολη είχα μεγάλη επιτυχία. Ολοι μου έλεγαν «μη φύγεις, θα κάνεις μεγάλη καριέρα εδώ και θα βγάλεις πολλά λεφτά». Ομως ήθελα πολύ να έρθω στην Ελλάδα κι ας ξεκινούσα από την αρχή. Οπως κι έγινε. Ηρθα στην Αθήνα με το τρένο, μέσω Γερμανίας.

Ευτυχώς που ο πατέρας μου μού είχε δώσει ένα γερό κομπόδεμα -200.000 δραχμές- και τα έβγαλα πέρα το πρώτο διάστημα. Υστερα από κάποιους μήνες ήρθαν στην Ελλάδα και οι γονείς μου, μαζί με τα αδέλφια μου, για να μείνουν μόνιμα.

Και πώς κατάφερες να κάνεις μια νέα αρχή στο τραγούδι;
Αυτός που με βοήθησε να μπω στα καλλιτεχνικά της Ελλάδας είναι ο Τέρης Ιερεμίας, που τον συνάντησα τυχαία στον δρόμο. Με έστειλε να γνωρίσω τον ντράμερ Κώστα Παπαϊωάννου στο κλαμπ Αριέλ, όπου έπαιζε με τους Cinquetti. Αυτός στη συνέχεια με πήρε στο συγκρότημά τους ως αρμονίστα αλλά και ως τραγουδιστή.

Με τους Cinquetti έκανες μία από τις μεγαλύτερες ποπ επιτυχίες της εποχής, «Το κορίτσι του φίλου μου»…
Πράγματι, το κομμάτι αυτό κυκλοφόρησε το 1968 κι έκανε πολύ μεγάλο σουξέ, αν και στην αρχή δεν το είχα καταλάβει ότι είχε τόσο μεγάλη απήχηση. Μάλιστα, έχει μείνει γνωστό με τους πρώτους στίχους του τραγουδιού, που λένε «Αυτό που τώρα μου συμβαίνει πρέπει να σας πω γιατί θα τρελαθώ…». Εναν χρόνο μετά οι Cinquetti διαλύθηκαν και πήγα στο συγκρότημα των Τζούνιορς, αλλά με αυτούς δεν κάναμε δισκογραφία, γιατί είχαν άλλη φιλοσοφία για τη μουσική. Το 1972 άρχισα σόλο καριέρα.

Το όνομά σου ξεχώρισε από το βραβείο σου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Ναι, το 1975, όταν πήρα το τρίτο βραβείο με το κομμάτι «Το δικό μου τραγούδι». Πραγματικά, όταν βγήκα στη σκηνή να το τραγουδήσω, σειόταν το Παλαί ντε Σπορ από τις θερμές αντιδράσεις του κόσμου. Ολοι οι συνθέτες και οι δημοσιογράφοι που ήταν εκεί μου έλεγαν πως θα βγει πρώτο, αλλά τελικά βγήκε τρίτο. Πιστεύω ότι έγιναν τα γνωστά… μαγειρέματα που γίνονται σε όλους τους μουσικούς διαγωνισμούς, ακόμη και στα σημερινά talent shows. Μετά αρχίζω τη δισκογραφία και βγάζω διάφορα κομμάτια που έγιναν γνωστά, όπως τα «Αγοράζω παλιά», «Τζένγκις Χαν», «Μαρία Μανταλένα», «Εσένα θέλω μόνο» και άλλα.

Είσαι ευχαριστημένος από την καριέρα σου;
Πολύ! Βλέπω τον κόσμο να με κοιτάζει με αγάπη ακόμη και σήμερα που βγαίνω να τραγουδήσω. Βέβαια, δεν γελάω πάντα, γιατί δεν μου αρέσει να κάνω ψεύτικα χαμόγελα στον κόσμο, όπως άλλοι τραγουδιστές, οι λεγόμενοι και «Κολγκέιτ» (γέλια).

Συνέβη κάτι που θα έλεγες ότι… φρέναρε την καριέρα σου;
Δύο φορές κινδύνεψε η ζωή μου λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας και αναγκαστικά έπρεπε να απέχω από το επάγγελμα. Η πρώτη φορά ήταν το 1981, μόλις είχα παντρευτεί με την Εύα, τη γυναίκα μου, η οποία μάλιστα ήταν έγκυος τεσσάρων μηνών στην κόρη μας, τη Λουίζα. Τότε έπαθα ανεύρυσμα στον εγκέφαλο κι έκανα εγχείρηση. Κάθισα έναν χρόνο στο σπίτι για να συνέλθω, έκανα φυσιοθεραπείες, αλλά μου άφησε μια υπαισθησία στο αριστερό χέρι. Η δεύτερη φορά που αρρώστησα ήταν το 2004 με την καρδιά μου κι εγχειρήθηκα. Και οι δύο περιπτώσεις με πήγαν πίσω επαγγελματικά.

Ποιος σου στάθηκε σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές σου;
Την πρώτη φορά η γυναίκα μου. Δεν υπάρχει αυτή η γυναίκα, μου στάθηκε σε όλα, και στη ζωή μου και στην καριέρα μου! Τη δεύτερη φορά μαζί με τη γυναίκα μου ήταν στο πλευρό μου και το κοριτσάκι μας. Στρατιώτες και οι δύο στο πλάι μου.

Εβγαλες λεφτά;
Ναι, αλλά τα έτρωγα… Αλλαζα αυτοκίνητα, είχα αυτή την τρέλα. Οταν παντρεύτηκα, συμμορφώθηκα κάπως.

Η κόρη σου Λουίζα, που για 10 χρόνια ασχολιόταν με το τραγούδι, τι κάνει τώρα;
Δουλεύει στο υπουργείο Πολιτισμού.

Ενιωσες ποτέ ότι… καβάλησες το καλάμι;
Δεν ξέρω από τέτοια. Ποτέ δεν κυνήγησα πρωτιές και μαρκίζες. Μάλιστα, πολλοί συνάδελφοι μου λένε πως έπρεπε να κάνω άλλη δουλειά, επειδή είμαι πολύ απλός.

Εχεις κάποιο απωθημένο;
Ναι, ήθελα να γίνω πιλότος. Εχω μεγάλη τρέλα με τα αεροπλάνα. Από μικρός πήγαινα στα αεροδρόμια και χάζευα τα αεροπλάνα με τις ώρες. Αλλά με κέρδισε το τραγούδι.

Παράπονο έχεις;
Αυτό που έχω να πω είναι ότι στην Ελλάδα δεν τιμούν αυτούς που έχουν γράψει ιστορία σε όλα τα επαγγέλματα. Πολλοί από αυτούς που κάνουν τις τηλεοπτικές εκπομπές στη χώρα μας δεν γνωρίζουν καν ποιοι είμαστε, την ιστορία μας, και λένε υποτιμητικά: «Ελα, μωρέ, τις να τους κάνουμε τώρα τους γέρους και τις γριές». Αντιθέτως, στην Αμερική τους τιμούν τους παλιότερους. Οσους καινούργιους τραγουδιστές και να βγάλουν, τιμούν τον Φρανκ Σινάτρα και τους άλλους καλλιτέχνες που έχουν αφήσει εποχή. Και δεν το λέω αυτό γιατί θέλω να βγαίνω στην τηλεόραση. Αφού και τώρα με τον Μάκη Δελαπόρτα, που κάνουμε «Το πρώτο μας πάρτι» και μας καλούν να πηγαίνουμε σε κάποιες εκπομπές, εγώ πηγαίνω με το ζόρι.