Home » Συνεντεύξεις » ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ «Μου έμαθε κιθάρα ο Μπαγιαντέρας»

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΓΕΡΜΑΝΟΣ «Μου έμαθε κιθάρα ο Μπαγιαντέρας»

Αρμενιστής της ζωής, τροβαδούρος της αγάπης, αιώνιος νέος και πάντα ερωτευμένος με τη μουσική. Ο Βαγγέλης Γερμανός μάς υποδέχεται στο σπίτι του στη Νέα Μάκρη. Ευδιάθετος και φιλικός, δεν κρατά αποστάσεις από τους ανθρώπους. Δημιουργός ευαίσθητος, τραγουδιστής ξεχωριστός, παρουσία ανθρώπινη, που τη χαρακτηρίζουν η αμεσότητα και η έμφυτη ευγένεια.

ΑΠΟ ΤΗΝ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΓΑΡΝΕΛΗ

Η συζήτησή μας κινείται από το σήμερα στο παρελθόν ανάμεσα σε ιστορίες νοσταλγικές, εμπειρίες και αναμνήσεις. Μας εξηγεί πώς το παιδικό του παρατσούκλι, το «Γερμανός», έφτασε να γίνει το καλλιτεχνικό ψευδώνυμό του, αφού το πραγματικό επίθετό του είναι Γεωργουλόπουλος, μας μιλά για τα στέκια όπου μεγάλωσε, πώς με αφορμή έναν οικοδόμο πήρε την πρώτη του κιθάρα, αλλά και ποιο μουσικό άκουσμα τον σημάδεψε. Μας εξιστορεί ακόμη πώς τα έφερε έτσι η ζωή ώστε να σπουδάσει μαθηματικά και να κάνει το επάγγελμα που μικρός θεωρούσε το χειρότερο του κόσμου, δηλαδή καθηγητής. Ο Βαγγέλης Γερμανός δεν διστάζει να αναφερθεί ακόμη και στον νεανικό γάμο του, σε ηλικία μόλις 20 ετών, τον ερχομό της κόρης του, ενώ αποκαλύπτει γιατί, ενώ κατά καιρούς είχε προτάσεις, δεν ασχολείται με την πολιτική. Ανθρωπος χαμηλών τόνων, χωρίς έπαρση, κρατά μέσα του άσβεστη τη δίψα της δημιουργίας στο πλαίσιο μιας ηθικής που ενδιαφέρεται για το κοινό καλό και όπως συχνά λέει: «Δεν υπάρχουν πρωτιές. Η θέση του πρώτου είναι πίσω από τον τελευταίο για να κλείσει ο κύκλος της αξιολόγησης και της κοινωνικής κλίμακας και ο δεύτερος να γίνει πρώτος και ούτω καθεξής». Τα επίθετα «γνήσιος», «αυθεντικός», «ατόφιος» συνοδεύουν τον ήχο της κιθάρας του από την πρώτη στιγμή που επέλεξε να δώσει την ψυχή, το μυαλό και το ταλέντο του στην υπόθεση της έκφρασης μέσα από τη μουσική και τους στίχους, μέσα από τις νότες και τις λέξεις από την εποχή του βινιλίου έως σήμερα.

Πού γεννηθήκατε;
Στην κλινική του Χριστοδουλάκου, στην πλατεία Αλεξάνδρας, πάνω από τη Σπηλιά του Παρασκευά, εκεί όπου έπαιζαν ο Χιώτης και πολλοί άλλοι φοβεροί καλλιτέχνες. Μεγάλωσα έως τα τρία μου χρόνια στην Καστέλα, στον Προφήτη Ηλία. Και μετά ο μπαμπάς, επειδή είχε μαγαζί στα λεμονάδικα και ανεβοκατέβαινε με τα πόδια 300-400 σκαλιά για να πάει στην αγορά, μας πήρε και μετοικήσαμε στα Καμίνια.

Ζωηρός ως νέος;
Με το που γυρίζαμε από το σχολείο, πετούσαμε τη σάκα και τρέχαμε στα καμίνια, όπου έψηναν τούβλα. Επειδή είχε σταματήσει η παραγωγή τους -είχε έρθει η εποχή του μπετόν-, ήταν κλειστά. Εκεί πηγαίναμε και παίζαμε από το μεσημέρι μέχρι να πέσει ο ήλιος. Εχω αυτή την ανάμνηση του χώματος, της παρέας, των παιχνιδιών.

Η οποία σας καθόρισε και καλλιτεχνικά, καθώς το «Γερμανός» είναι το παρατσούκλι που σας «κόλλησαν» τότε οι φίλοι σας.
Ναι, επειδή ήμουν ξανθός, γαλανός, ενώ όλα τα παιδάκια ήταν μελαχρινά. Αλλά τα παρατσούκλια, επειδή σου τα δίνουν οι άλλοι, δεν έχεις δικαίωμα να τα αποποιείσαι. Βέβαια, στην πορεία συνάντησα αρκετές δυσκολίες με το συγκεκριμένο όνομα. Μια φορά είχα την ιδέα να φτιάξω έναν δίσκο μόνος μου. Να τον φωτογραφίσω, να γράψω τα γράμματα, όλη τη διαδικασία. Κι έχω πάει στο τυπογραφείο του Αδάμ. Καθίσαμε να μιλήσουμε με τον άνθρωπο. Συναντούσα μια συμπεριφορά λίγο απόμακρη. Κάποια στιγμή του είπα πως το «Γερμανός» είναι ψευδώνυμο. «Πες το, βρε παιδάκι μου», μου λέει, «και μου έχει κάτσει εδώ». Γενικώς, το συγκεκριμένο επίθετο προκαλεί κακούς συνειρμούς στον Ελληνα, επειδή έχουμε περάσει Κατοχή. Τώρα πάλι μας στριμώχνουν οι Γερμανοί με τα Μνημόνια.

Ευτυχώς, υπάρχει και η Ναταλία Γερμανού. Δεν είστε ο μόνος.
Κυκλοφορούσε κι ένα ανέκδοτο. Οκτώ στους 10 Γερμανούς θέλουν η Ελλάδα να μην ορθοποδήσει με τίποτα. Οι άλλοι δύο είναι η Ναταλία και ο Βαγγέλης (γελάει).

Ησασταν καλός μαθητής;
Στο δημοτικό ήμουν από τους πολύ γερούς. Κοίτα να δεις τι γίνεται. Το «καλός μαθητής» έχει διττή σημασία: Η μία είναι ότι είμαι καλός γιατί το θέλουν οι άλλοι. Η άλλη, γιατί το θέλω εγώ. Εγώ ανήκα στην πρώτη κατηγορία. Μ’ άρεσαν η γνώση και η μάθηση. Είχα περιέργεια με τα πράγματα κι αυτό εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα. Μετά, στο γυμνάσιο, όταν άρχισα να παίζω κιθάρα, ξέχασα να κάνω τον καλό μαθητή. Μεταξύ μας, τα φόρτωσα όλα στον κόκορα.

Πότε αρχίσατε να την πρωτογρατσουνάτε;
Στα έντεκα. Δίπλα μας χτιζόταν ένα σπίτι και ένας από τους οικοδόμους, την ώρα που όλοι έκαναν διάλειμμα και έτρωγαν ένα τεράστιο σάντουιτς, εκείνος είχε μαζί του μια κιθάρα κι έπαιζε. Εγώ τον άκουγα και αυτό με μάγεψε. Ηταν ένα φλας τρελό. Λέω: «Μάνα, κιθάρα». Μου λέει: «Ευχαρίστως». Να ένας από τους λόγους που τη θυμάμαι με πολλή αγάπη. «Να σου πάρω», εξακολούθησε, «αλλά δεν ξέρω πού πουλάνε. Να ρωτήσουμε τον κύριο δίπλα». Πήγαμε με τον άνθρωπο αυτόν σε ένα κιθαράδικο στον Πειραιά, δίπλα στον ηλεκτρικό σταθμό. «Ποια θέλεις;» με ρώτησαν. «Αυτή την κόκκινη» είπα κι άρχισα. Υπάρχει μια ιστορία εδώ, η οποία δεν είναι διασταυρωμένη, αλλά θα σας την πω. Με πήγε σε έναν δάσκαλο η μάνα μου στην Πηγάδα, κοντά στη Φρεαττύδα, ο οποίος ήταν τυφλός με ψαρά σπαστά μαλλιά. Εμένα τότε μου φαινόταν τεράστιος. Η μάνα μου πέθανε το 2004. Τέσσερα πέντε χρόνια πριν, μου λέει: «Ξέρεις ποιος ήταν αυτός ο δάσκαλος όπου σε πήγαινα μικρό; Ο Μπαγιαντέρας». Μου φάνηκε πολύ παράξενο, γιατί έχω την εικόνα του από φωτογραφίες. Είχε, όντως, χάσει το φως του και τα μαλλιά του ήταν ψαρά και σπαστά, αλλά ήταν κοντούλης. Ωστόσο το γεγονός ότι εγώ ήμουν μικρός και μου φαινόταν μεγάλος δεν απέκλειε το γεγονός.

Ποιο μουσικό άκουσμα σας επηρέασε τότε;
Οταν ήμουν 11 με 12 χρονών άρχισαν να σκάνε απέξω φοβερές μουσικές. Beatles. Ημουν πρώτη γυμνασίου και σε μια κοπάνα, γιατί είχα αρχίσει και τέτοια, μπήκα σε ένα σφαιριστήριο στο Πασαλιμάνι και άκουσα μια φοβερή φυσαρμόνικα. «She loves you yeyeye»! Και ήταν τόσο χαρούμενη αυτή, που αμέσως την ξεχώρισα. Με επηρέασε πολύ. Το ράδιο τότε έπαιζε όλο κλαψοτράγουδα της μετανάστευσης και της ξενιτιάς. Στο γυμνάσιο φτιάχναμε συγκροτήματα. Είχαμε νοικιάσει κι ένα υπόγειο στο Πασαλιμάνι για να παίζουμε. Ο,τι ήξερε ο καθένας το βάραγε.

Ωστόσο πήγατε στο πανεπιστήμιο, τελειώσατε το Μαθηματικό.
Πήγαινα σε πρότυπο γυμνάσιο στον Πειραιά, την Ιωνίδειο. Μετά το λύκειο δεν υπήρχε περίπτωση να μη δώσεις στις ανώτατες σχολές. Προτού παίξω κιθάρα ζωγράφιζα όπως όλα τα παιδιά, μόνο που εγώ συνεχίζω έως σήμερα. Να έλεγα ότι θέλω να γίνω ζωγράφος; Θα με έκραζαν. Οπότε είπα: «Θα δηλώσω Αρχιτεκτονική». Δίνω εξετάσεις και για μια μονάδα τη χάνω. Μπήκα στο Μαθηματικό. Λέω: «Δεν πάω. Θα ξαναδώσω». Πάλι δεν μπαίνω. Κάποια στιγμή συναντάω έναν φίλο στον σταθμό του Ηλεκτρικού στον Πειραιά: «Τι έγινε; Πού έχεις μπει;» «Μαθηματικό Θεσσαλονίκης». «Εσύ;» «Φυσιογνωστικό Θεσσαλονίκης». «Δεν πάμε να γλιτώσουμε και από τους γονείς;» Κι έτσι έγινε. Ξέρεις, είναι ωραίο ο άνθρωπος να φεύγει από το σπίτι του. Ναι μεν υπάρχουν δυσκολίες, αλλά ελευθερώνεται από ένα σωρό συμβάσεις. Κι αυτό ήταν πολύ σπουδαίο για μένα. Εκεί πρωτοέπαιξα κιθάρα και πήρα μεροκάματο. Μη νομίζεις ότι σπούδαζα στη Θεσσαλονίκη. Τέλειωσα αρκετά αργότερα, εξ ανάγκης. Πήρα μετεγγραφή, κατέβηκα στην Αθήνα κι εκεί μέσα από κάποιες συγκυρίες έφτασα να παίζω στο Ροντέο, στο Κύτταρο με τον Διονύση Σαββόπουλο. Ο Διονύσης κάποια στιγμή σταμάτησε. Εγινε η Μεταπολίτευση και στην πιάτσα είχαν πάρει τα πάνω τους τα αντάρτικα στα μαγαζιά. Εμένα μου άρεσαν, αλλά στο βουνό, όχι στο κλαμπ. Από την άλλη, ήταν οι πίστες, τα βαριά λαϊκά, τα οποία δεν σνόμπαρα, απλά δεν τα ήξερα.

Και τότε τι κάνατε;
Επρεπε να βγάλω τα προς το ζην. Τέλειωσα τη σχολή και ανακατεύτηκα με το καθηγητηλίκι. Κάτι που στο γυμνάσιο το θεωρούσα τη χειρότερη δουλειά του κόσμου, γιατί τους καθηγητές τους είχαμε όλους στο κράξιμο.

Είχατε ανοίξει φροντιστήριο;
Ναι, με έναν φίλο στο Γαλάτσι. Εγώ είχα το πτυχίο, εκείνος είχε καμιά δεκαριά παιδιά σαν μαγιά. Ξεκινήσαμε και μέσα σε μια πενταετία οι μαθητές έγιναν 150. Με ζόριζε αυτή η ιστορία. Στο φροντιστήριο πρέπει να δουλεύεις από το πρωί έως το βράδυ. Είναι πολύ σοβαρή δουλειά, γιατί έχεις να δώσεις λόγο σε γονείς οι οποίοι πληρώνουν αλλά και ευθύνη για την επιτυχία ή μη των παιδιών. Ωστόσο, ήμουν μακριά από το αντικείμενο που αγαπούσα, τη μουσική και τα τραγούδια. Εφυγα. Το άφησα στον συνέταιρο, με τον οποίο είμαστε ακόμη πολύ καλοί φίλοι.

Και δεν σκεφτήκατε, έχοντας και την κόρη σας τότε, ότι αφήνετε ένα σίγουρο εισόδημα;
Κάποια στιγμή ο άνθρωπος στη ζωή του πρέπει να παίρνει αποφάσεις, να ακολουθεί τη βαθιά του επιθυμία, η οποία δεν μπορεί να έχει σχέση με οικονομικές απολαβές ή κοινωνικού τύπου αναγνωρίσεις. Ερχεται από μέσα σου και είναι αυτή που σε χαράζει. Να είσαι αυτό που είσαι. Και το λέω αυτό αβασάνιστα, γιατί έχω παραδείγματα φίλων που ήταν καταπληκτικοί μουσικοί και ακολούθησαν τη δουλειά του πατέρα τους και στο τέλος, κυριολεκτικά, αυτό τους… πέθανε. Δεν είμαι κανένας πιτσιρικάς. Πολλοί της γενιάς μου έχουν «ταξιδέψει».

Σταθήκατε όμως και τυχερός.
Η τύχη παίζει τον ρόλο της, όπως το λες. Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τίποτα στη ζωή αυτή και να βαδίζεις με απόλυτο πρόγραμμα. Θα χρειαστεί να αυτοσχεδιάσεις, θα βρεθείς μπροστά σε καταστάσεις που θα πρέπει να αναρωτηθείς πολύ ποιο δρόμο να πάρεις. Και πρέπει να μάθεις να ζεις με το μυστήριο και την αβεβαιότητα.

Μεγαλώντας υπάρχει η αγωνία του χρόνου;
Θα φύγουμε. Τι να κάνουμε τώρα; Οι ηλικίες είναι τριών ειδών: Οι μονοψήφιες, οι διψήφιες και οι τριψήφιες. Μέχρι εννέα χρονών είσαι μονοψήφιος, μέχρι 99 είσαι διψήφιος, από εκεί και πάνω είσαι τριψήφιος. Η επιτυχία είναι να τα… φτύσεις τριψήφιος. Αυτό μοιάζει υπερβολή, αλλά υπάρχουν άνθρωποι στον Καύκασο που ζουν μέχρι τα 120. Το θέμα δεν είναι πόσο θα ζήσεις. Το να πεθαίνει κανείς μικρός δεν είναι καλό, αλλά η ουσία είναι πώς θα αξιοποιήσεις τον χρόνο σου. Το χρήμα είναι ένα μέσον. Η αξιοποίηση της εμπειρίας είναι όλο το θέμα. Γιατί η ζωή είναι ένα μεγάλο δώρο.

Ο καλλιτεχνικός χώρος έχει και μια ματαιοδοξία. Σας παρέσυρε ποτέ;
Υπάρχει αυτό που λες. Η ανάγκη παραδοχής του καλλιτέχνη από την κοινωνία είναι μεγαλύτερη από ενός χειρουργού ή ενός ερευνητή. Θέλει κανάκεμα, γιατί αυτό που κάνουμε δεν έχει σταθερές. Σε άλλους αρέσει και σε άλλους δεν αρέσει.

Και υπάρχουν και περίοδοι κατά τις οποίες χτυπάει το τηλέφωνο και άλλες, πάλι, όχι.
Και πέφτεις σε μαύρη απελπισία. Και όχι μόνο από ματαιοδοξία, αλλά και από ανάγκη. Δεν έχεις να πληρώσεις το νοίκι.

Εχετε βρεθεί σε τέτοιες δύσκολες στιγμές;
Αρκετές φορές. Υπάρχουν τα τελευταία χρόνια στιγμές που συναντάω μικροαναποδιές. Δεν έφτασα σε σημείο τραγικό, αλλά υπάρχει αυτό. Και είναι καλό γιατί σε ενεργοποιεί, χωρίς υπερβολές.

Τα τραγούδια σας έχω την αίσθηση ότι είναι κυρίως βιωματικά.
Είναι έτσι όπως το λες. Με ρωτούν καμιά φορά: «Για ποια έγραψες το τάδε τραγούδι;» Λέω, όντως, η κοπέλα που μπαίνει στο τραγούδι μου είναι συγκεκριμένη, αλλά εκείνη που βγαίνει από αυτό αφορά ένα σύνολο. Είναι μια διαδικασία αφαιρετική. Κρύβεις εκείνα τα στοιχεία που το κάνουν προσωπικό και αναδεικνύεις τα άλλα που έχουν σχέση με τον συνάνθρωπο κι έτσι μπορεί κι ο άλλος που το ακούει να το κάνει δικό του. Εγώ πιτσιρικάς πήγαινα σε ένα αυστηρό σχολείο. Και τι έκανε η δασκάλα μας; Μας χώριζε στους καλούς και στα κούτσουρα. Μετά έπαιρνε έναν καλό και ένα κούτσουρο και σου τον χρέωνε. Καθόσουν εσύ κοντά μου και στην αρχή τσατιζόσουν που δεν έπαιρνες μπρος, αλλά από τη συνάφεια μεταξύ μας στο τέλος γινόμασταν φίλοι, γιατί μπορεί να ήμουν κούτσουρο στα μαθηματικά, αλλά ήμουν καλύτερος στο τρέξιμο. Από τότε μου δημιουργήθηκε στο κεφάλι η εντύπωση ότι η θέση του πρώτου είναι πίσω από τον τελευταίο, για να κλείσει ο κύκλος της αξιολόγησης και της κοινωνικής κλίμακας και ο δεύτερος να γίνει πρώτος και ούτω καθεξής.

Σας έχουν γίνει προτάσεις κατά καιρούς να κατεβείτε στην πολιτική;
Ναι. Τη βρίσκω ανιαρή, όχι κακή, γιατί είναι μια λειτουργία. Η πολιτική είναι ατελής επιστήμη. Επαφίεται στον χαρακτήρα, στον πατριωτισμό του καθενός. Πρέπει κανείς να έχει αξίες που να μην του επιτρέπουν να
εκμεταλλεύεται τα κενά της εξουσίας, γιατί εδώ βλέπεις ότι συμβαίνει το αντίθετο. Μπαίνουν στην πολιτική για να πλουτίσουν. Εγώ δεν μπορώ να το εννοήσω έτσι. Δεν συνδυάζεται η αξία με τον πλουτισμό. Οπως άλλο μουσική και άλλο μουσική βιομηχανία. Ψηφίζεις κάποιους ανθρώπους για να συντονίσουν αυτή την κοινωνική λειτουργία. Κάποτε η δημοκρατία ήταν άμεση. Μπορούσες να έχεις λόγο. Τώρα δεν έχεις. Είναι διά αντιπροσώπου και άντε εσύ τώρα να διαλέξεις κάποιον που είσαι σίγουρος ότι δεν θ’ αλλάξει. Ο άνθρωπος αλλάζει. Από την άλλη οι πολιτικοί κάπου αίρουν και τις αμαρτίες του κόσμου και είναι εκτεθειμένοι σε οτιδήποτε. Για μένα η θέση κάθε πρωθυπουργού και Προέδρου της Δημοκρατίας δεν είναι να μπαίνει σαν ανάπηρος σε λιμουζίνες και να κάνει διάφορες εθιμοτυπίες, αλλά να πηγαίνει πίσω από τον τελευταίο.

Εχετε υπάρξει και ηθοποιός, ζωγραφίζετε, διδάξατε μαθηματικά και γράψατε και βιβλίο, τον «Αρμενιστή».
Δεν θα έλεγα ότι είναι συγγραφική δουλειά, γιατί δεν γίνεσαι συγγραφέας με ένα βιβλίο. Ηθελα να συγκεντρώσω όλα τα τραγούδια μου, στίχους και μουσική, έτσι ώστε να μπορεί ένα παιδί που μαθαίνει πιάνο ή κιθάρα να τα παίξει. Ακόμη ήθελα να δώσω σε έναν καινούργιο συνάδελφο έναν τρόπο να χαράξει την προσωπική του πορεία και να του εκφράσω τη φιλοσοφία της ζωής μου. Οτι τα πράγματα δεν είναι στατικά. Τρέχουν, αλλάζουν και πρέπει κι εσύ να προχωράς.

Στα τάλεντ σόου τα νέα παιδιά νομίζουν ότι θα γίνουν εύκολα φίρμες.
Οι σφαλιάρες και τα βάσανα θα τους κάνουν και ανθρώπους και τραγουδιστές.

Η τηλεόραση έχει κάνει ζημιά;
Πολλή. Αυτά τα παιδιά μπορεί να κάνουν ένα «μπαμ». Εκεί γίνονται υπερόπτες. Μετά, όταν αρχίζει το πράγμα να ξεφτίζει, αρχίζουν τη μιρμιρίαση. Οτι ξαφνικά υποτιμήθηκαν. Είναι πολύ απλό. Πριν ήσουν υπερτιμημένος, τώρα υποτιμήθηκες. Βρες μια άκρη με τον εαυτό σου να ισορροπήσεις και ανακάλυψε την πραγματική αξία σου. Χρειάζεται λιγότερη ευκολία και περισσότερο να κουράσει κανείς τον εαυτό του και να προσπαθήσει να μπει λίγο πιο μέσα στα πράγματα.

Γι’ αυτό επιλέξατε να πάτε στο «Music school»;
Αυτό που έκανα εγώ στα πιτσιρίκια ήταν σαν παιχνίδι, δεν ήταν επαγγελματικός προσανατολισμός. Το μικρό παιδί είναι αυθόρμητο, άμεσο, δεν κάνει δεύτερες σκέψεις, δεν έχει προκαταλήψεις, γιατί δεν έχει πείρα, είναι αστείο, έχει χιούμορ, παίζει κι αυτό ήθελα να το αναδείξω. Ο μεγάλος διδάσκεται από τα παιδιά στον ίδιο βαθμό που διδάσκει. Αυτή η ανταλλαγή ενέργειας μου έδινε πολύ ευχάριστη αίσθηση.

Θα πηγαίνατε κριτής σε κάποιο άλλο σόου;
Η ανάγκη κάνει τον άνθρωπο να κάνει οτιδήποτε. Δεν αποκλείω τίποτα στη ζωή μου. Απλά κι εκεί θα είμαι έτσι. Δεν μπορείς να πεις στον άλλον «δεν τραγουδάς καλά». Ολοι οι Ελληνες τραγουδούν. Ολα τα άλλα είναι διαδικαστικά του παιχνιδιού. Εγώ δεν πιστεύω σε πρωτιές. Αξιολογώ την ανθρώπινη ποιότητα όχι με βάση τις επιδόσεις τέτοιου τύπου, αλλά με το πόσο έχει εξατομικευτεί κανείς ως χαρακτήρας, πόσο πλήρης ή μη πλήρης είναι.

Ο έρωτας πόσο έχει παίξει ρόλο στη διαμόρφωση του «είναι» σας;
Τεράστιο, όπως και σε όλους. Οταν ήμασταν πιτσιρίκια, μας άρεσε να πηγαίνουμε κάτω από τα τραπέζια, τις καρέκλες, τα κρεβάτια, κάτω από τα φουστάνια της μάνας μας. Αυτό το κάναμε, αφενός, γιατί αισθανόμασταν ότι ήταν φωλιά και, αφετέρου, από περιέργεια να δούμε τι γίνεται εκεί. Αυτό το λέμε σχηματικά ερωτική περιέργεια, η οποία μεταλλάσσεται μεγαλώνοντας σε ερωτική δημιουργία, σε μια δραστηριότητα. Αν δεν μεταφραστεί έτσι, σημαίνει ότι μένεις κάπου καθηλωμένος και δεν προχωράς. Αυτή η ερωτική περιέργεια είναι αυτό που γεννάει όλη τη μετέπειτα πορεία σου. Είναι ζωή. Από έναν έρωτα βγήκαμε, βρε παιδιά, και εξαιτίας ενός έρωτα συνεχίζουμε να ζούμε.

Εσείς γίνατε πολύ νέος μπαμπάς.
Πιτσιρικάς, 20 χρονών.

Παντρευτήκατε μία φορά, αλλά δεν το ξανακάνατε.
Οχι. Ο γάμος δεν μου άρεσε ως διαδικασία. Παντρευτήκαμε γιατί μας κυνηγούσαν οι γονείς. Η μάνα μου δεν ήθελε καθόλου. Ελεγε να τελειώσουμε τις σπουδές μας, αν και κατά βάθος δεν ήθελε να της πάρει άλλη γυναίκα τον γιόκα της, όπως συμβαίνει με όλου του κόσμου τις μανάδες. Προέκυψε, ας πούμε, εκβιαστικά.

Εξαιτίας του μωρού;
Οχι, το μωρό ήρθε μετά τον γάμο. Παντρευτήκαμε για να μας αφήσουν ήσυχους. Κι έτσι συνέβη. Υπάρχει ακόμη αυτό. Επισημοποίηση.

Μπήκατε εύκολα, παρά το νεαρό της ηλικίας σας, στον ρόλο του πατέρα;
Ναι, γιατί κατάλαβα ότι πρέπει να τελειώσω τη σχολή, να δουλέψω. Δεν «πάρκαρα» το παιδί. Σήμερα η κόρη μου η Αλίκη είναι χορογράφος και χορεύτρια.

Και η Χρυσούλα;
Είναι ο έρωτας των τελευταίων 15 χρόνων. Ξέρεις τι γίνεται με αυτό το θέμα; Αποφασίζεις εσύ από μέσα σου ότι αυτός είναι ο άνθρωπος της ζωής σου και ο άλλος κάνει το ίδιο και τελείωσε. Οταν είσαι πιτσιρικάς, υπάρχει πρόβλημα, αφού δεν έχεις εμπειρία και μέτρο σύγκρισης. Πρέπει το μυαλό να λειτουργεί και η καρδιά να αποφασίζει.

Φέτος συνυπάρχετε καλλιτεχνικά με την Ελένη Δήμου.
Δεν είχαμε συνεργαστεί ποτέ στο παρελθόν. Το καλοκαιράκι είχα μια ωραία έμπνευση. Εκεί που έγραφα ένα τραγουδάκι κατάλαβα ότι είναι για ντουέτο και σκανάροντας τις γυναικείες φωνές στο κεφάλι μου μού ήρθε η φωνή της, οπότε λέω: «Θα το φτιάξω με εκείνη». Πήρα τηλέφωνο τα παιδιά, γιατί είμαστε φίλοι με τον άντρα της τον Ακη, το άκουσαν, τους άρεσε και στήσαμε και μια παράσταση, τους «Ερωτευμένους πιγκουίνους». Είναι τα τραγούδια μας μπλεγμένα μεταξύ τους και όχι μόνο. Υπάρχει σχεδόν όλο το φάσμα του ελληνικού τραγουδιού. Είναι μια παράσταση με ένα ζευγάρι ερωτευμένο που μιλάει για τα πράγματα που αγαπάει και γι’ αυτά που το πληγώνουν. Κάναμε τέσσερις παραστάσεις στη Σφίγγα. Αρεσαν στον κόσμο, γιατί ήρθε και μας τίμησε. Τώρα έχουμε πλάνο να παίξουμε στην περιφέρεια και να επιστρέψουμε στην Αθήνα.

x

Check Also

Ο θάνατος που τσάκισε την Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους!

Η ηθοποιός Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους με αφορμή την νέα της τηλεοπτική επιστροφή στο σίριαλ «Σαν ...

Στο πλευρό του Στηβ η Σαμπρίνα

«Ο Γιατζόγλου έδωσε εξαιρετική απάντηση για τη συμμετοχή του σε εκδήλωση της Χρυσής Αυγής» Τη ...

Web Design BangladeshWeb Design BangladeshMymensingh